Κύρια Σημεία: Θέλουμε Ανάπτυξη;

Εκδηλώσεις 19 Ιούλ 2021

Το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων με αφορμή την έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις Ποταμός του βιβλίου των Δημοσθένη Γεωργόπουλου και Λόη Λαμπριανίδη «Θέλουμε ανάπτυξη; Μια βιωματική εμπειρία με ιστορικές και θεωρητικές αναφορές» διοργάνωσε διαδικτυακή συζήτηση στις 14 Ιουλίου 2021 με ομιλητές τον κύριο Σίμο Αναστασόπουλου, Πρόεδρο του Δ.Σ.  του Συνδέσμου ΑΕ  και ΕΠΕ, τον κύριο Λόη Λαμπριανίδη, διετελέσαντα Γενικό Γραμματέα Στρατηγικών και  Ιδιωτικών Επενδύσεων (2015-2019) του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης και καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας  και τον κύριο Δημήτρη Α. Σωτηρόπουλο, Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συντονιστής της συζήτησης ήταν ο Διευθυντής του ΙΔΟΣ, Χαράλαμπος Τσαρδανίδης.

 

Ο  κος Σίμος Αναστασόπουλος στην αρχική του τοποθέτηση τόνισε τη σημασία της αλλαγής των προτεραιοτήτων για την επίτευξη  της οικονομικής ανάπτυξης. Ο κ. Αναστασόπουλος, επίσης  αναφέρθηκε στις παραμέτρους εκείνες που θεωρούνται από τον Σύνδεσμο των ΑΕ και ΕΠΕ ως βασικές για την δημιουργία σταθερών προοπτικών στην οικονομία: α) Στήριξη της συμπεριληπτικής ανάπτυξης, β) βιώσιμη και φιλική προς το περιβάλλον ανάπτυξη, γ) ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και δ) καταπολέμηση των ανισοτήτων. Αναμφίβολα, για την ελληνική οικονομία, η ιδιωτική πρωτοβουλία παραμένει ζωτικό στοιχείο βιωσιμότητας της οικονομικής ανάπτυξης  και κρίνεται απαραίτητο  να συμπλέει,  τόσο με την κυβερνητική πολιτική, όσο και με την θέληση της υπόλοιπης κοινωνίας. Χρειαζόμαστε, τόνισε, μια οικονομία σύγχρονη τεχνολογικά, που θα μπορεί να παράγει διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και ταυτόχρονα θα παρέχει καλές και ποιοτικές θέσεις εργασίας με ικανοποιητικές αμοιβές. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να δημιουργήσουμε μια οικονομία που να στηρίζεται στις φθηνές «αξίες» των περιουσιακών της στοιχείων και του αντίστοιχου (φθηνού) εργατικού δυναμικό. Επίσης, υπογράμμισε την ανάγκη αξιοποίησης του παραγωγικού πληθυσμού σε χρήσιμες ειδικότητες, γεγονός που θα λειτουργήσει θετικά στη μετρίαση του  δημογραφικού προβλήματος  και στην επιστροφή των Ελλήνων εξωτερικού (είτε ως φυσική, είτε ως οικονομική παρουσία). Τα Προγράμματα Δημοσιονομικής και Διαρθρωτικής Πολιτικής της περιόδου 2010-2018, τα γνωστά σε όλους μας Μνημόνια, αρνήθηκε να τα χαρακτηρίσει ως μέσα «εξαναγκαστικού εξευρωπαϊσμού» της χώρας, αλλά αναγνώρισε τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισαν στην εξισορρόπηση της οικονομίας και κυρίως της εικόνας των δημοσίων οικονομικών. Υποστήριξε ότι  η δημοσιονομική πολιτική της περιόδου αυτής θα έπρεπε να είχε συνδυαστεί με ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό σχέδιο διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ο κ. Αναστασόπουλος   εκτίμησε πως είναι σημαντική η αλλαγή του παραγωγικού παραδείγματος . Ακόμη σπουδαίο ρόλο θα πρέπει να έχουν και η μεταποίηση  μέσα στο πλαίσιο  μιας  νέας βιομηχανικής πολιτικής. Υπογράμμισε ότι στις αξιολογήσεις του World Economic Forum η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις τόσο από πλευράς ανταγωνιστικότητας όσο και από πλευράς δυνατότητας ανάκαμψης από την κρίση. Σημαντικοί παράγοντες για ένα νέο δημόσιο θα πρέπει να είναι, εξήγησε, η αξιολόγηση, η αξιοκρατία και η επανεξέταση της μονιμότητας. Ο κος Αναστασόπουλος θεωρεί πως το Σχέδιο Πισσαρίδη είναι ένας σωστός οδηγός, τονίζοντας, ωστόσο, πως πρώτα θα πρέπει να λυθούν βασικά ζητήματα, όπως η απονομή δικαιοσύνης, ενώ έθεσε ως μερικά από τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας τα logistics και τον αγροδιατροφικό τομέα. Τόνισε πως είναι πολύ σημαντικό το ζήτημα της αποτελεσματικής συζήτησης των πολιτικών με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (stake holders). Ακόμη εξήγησε πως η Ελλάδα δεν θα πρέπει να κινηθεί σε πολιτικές φθηνού εργατικού δυναμικού, αλλά σε αναπτυξιακή πολιτική με στόχευση στο μέλλον με προϊόντα διεθνούς εμπορευσιμότητα και απήχησης. Επιπλέον, ο κος Αναστασόπουλος   υπογράμμισε πως είναι πολύ σημαντικό για τη χώρα να συμμετέχει στις αλυσίδες αξίας και να δημιουργηθούν clusters. Τέλος,  εξήγησε πως οι επενδύσεις θα ωφεληθούν από την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, παράλληλα με την βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Επιπλέον εξέφρασε την άποψη πως το επιτελικό κράτος μπορεί να μην έχει τις δυνάμεις να ανταποκριθεί στον φόρτο εργασίας του Ταμείου Ανάκαμψης αν δεν εμπλουτιστεί με  ικανό προσωπικό.

 

Ο  κύριος Λόης  Λαμπριανίδης  επισήμανε ότι  ο σχεδιασμός δημόσιων πολιτικών στην Ελλάδα, προσεγγίζει σε ένα μείγμα όπου κυριαρχούν οι κληρονομημένες από το παρελθόν πρακτικές, ένας περιορισμένος ορθολογισμός που εξαντλείται σε επιμέρους παρεμβάσεις και διορθώσεις και μια ισχυρή διάσταση «χαοτικών» χαρακτηριστικών τόσο από την πλευρά του πολιτικού βολονταρισμού των κυβερνώντων όσο και από την πλευρά των γραφειοκρατικών σκληρύνσεων του κρατικού μηχανισμού. Έχει  έντονα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά τα οποία παρουσιάζουν μια διαχρονικότητα από συστάσεως του ελληνικού κράτους τον 19οαι. Για τον κ. Λαμπριανίδη οι δημόσιες πολιτικές πρέπει να δίνουν λύσεις στο σήμερα και προοπτική στο αύριο. Τόνισε  ότι η συγκεκριμένη έρευνα  ξεκίνησε σε μία εποχή όπου ένα κόμμα χωρίς κυβερνητική εμπειρία, βρέθηκε στη δίνη της οικονομικής κρίσης. Τότε ουσιαστικά υπήρξε η πρώτη και ειλικρινής συνειδητοποίηση   ότι  υφίστανται σοβαρά ευρύτερα ελλείμματα που υπονομεύουν την αποτελεσματική   οικονομική διακυβέρνηση της χώρας. Ειδικότερα, παρατηρήθηκε χάσμα μεταξύ της διαδικασίας  επιστημονικής ανάλυσης, της θεσμοθέτησης  κατάλληλων κανόνων/διαρθρωτικών αλλαγών/πολιτικών  στην εφαρμογή τους και  τελικά στην απήχηση  όλων των παραπάνω στα  κοινωνικά-επαγγελματικά στρώματα.  Κατά την άποψη του κ. Λαμπριανίδη, το ζήτημα της υλοποίησης πολιτικών  θεωρείται  καίριο ζήτημα καθώς στην πραγματικότητα δεν δύναται να υλοποιηθεί καμία αλλαγή/εφαρμογή χωρίς το συντονισμό  συναίνεση των επιχειρηματικών, πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. Κατέστη κατανοητό ότι παρά τις προσπάθειες για την αναδιάταξη  της δημόσιας πολιτικής αυτό που δυσχεραίνει  την υλοποίηση  του εγχειρήματος της οικονομικής ανάπτυξης  είναι, το γεγονός ότι η Ελλάδα διατηρεί εδώ και δεκαετίες περιορισμένο ορθολογισμό στη δημόσια διοίκηση  και ταυτόχρονα ανεπτυγμένη γραφειοκρατία σε όλο το δομικό  της σύστημα. Χαρακτήρισε ως μείζων πρόβλημα στην άσκηση των δημόσιων πολιτικών την ελλειμματική εφαρμογή των νόμων και την αδυναμία πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης στην αντιμετώπιση των κρίσιμων οικονομικών προβλημάτων της χώρας.

 

Απέναντι σε όλα αυτά, ναι μεν οι αναπτυξιακοί  νόμοι μπορεί να  αποτελούν  ένα κίνητρο για την υποβοήθηση  της ανάπτυξης αλλά θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ουσιαστικά αποτελούν κυρίως ένα “μήνυμα” προς το σύνολο των επενδυτών, ένα «τροχιοδεικτικό» πολιτικής κατεύθυνσης που θέτει προτεραιότητες.  Αναμφίβολα, υπάρχει η συνειδητοποίηση ότι οποιαδήποτε οικονομική πολιτική θα πρέπει να έχει οικονομικό  πρόσημο και όχι ιδεολογικό. Ο κος Λαμπριανίδης, επίσης, εξέφρασε την άποψη πως για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας πρέπει να υπάρξουν αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα, αφού η ιστορία διδάσκει ότι πίσω από τα επιτυχημένα οικονομικά μοντέλα κρύβεται πάντα ένα σοβαρό, λειτουργικό και προσαρμοσμένο στις ανάγκες της εποχής εκπαιδευτικό σύστημα. Υπογράμμισε πως με βιομηχανικές πολιτικές (industrialpolicies) μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη με συντονισμένο τρόπο, αρκεί να υπάρχουν οι σωστές στοχεύσεις.  Ενώ σε πολλές χώρες οι βιομηχανικές πολιτικές αποτελούσαν την βάση της οικονομικής ανάπτυξης για πολλές δεκαετίες, αυτές εγκαταλείφθηκαν με την υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων οικονομικών μοντέλων στις αρχές της δεκαετίας του 1980, που στόχο είχαν την ανάπτυξη των υπηρεσιών έναντι της βιομηχανικής παραγωγής. Όπως και να έχει η κάθε χώρα θα πρέπει να εκμεταλλεύεται εκείνα τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα που θα της επιτρέψουν να αναπτυχθεί σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.  Οι έξι βασικοί άξονες για την ανάπτυξη, διατύπωσε την άποψη, ο κ. Λαμπριανίδης θα πρέπει να στηρίζονται στην: α) ενίσχυση της απασχόλησης, β) βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, γ) έμφαση στην περιφερειακή και κοινωνική συνοχή, δ) προστασία του περιβάλλοντος, ε) αντιμετώπιση των ανισοτήτων, στ) λύση του δημογραφικού προβλήματος.

 

Ο  κος Λαμπριανίδης εξέφρασε, επίσης, την άποψη πως το θέμα της διαβούλευσης είναι πολύ σημαντικό. Εξήγησε, προχωρώντας, πως  ένα σημαντικό πρόβλημα που αντιμετώπισε στη διάρκεια της θητείας του  ήταν παραγωγική ικανότητα σκέψης (thinking capacity)  και η απουσία τεκμηριωμένων πολιτικών. Επιπλέον τόνισε πως θα πρέπει να αναρωτηθούμε σε ποιο κομμάτι της αλυσίδας αξίας ενός κλάδου θα θέλουμε να συμμετέχουμε.  Σε αυτό που είναι έντασης εργασίας ή έντασης γνώσης; Η απάντησή του ήταν ασφαλώς στο δεύτερο. Επιπρόσθετα ο κος Λαμπριανίδης έθεσε ως πολύ σοβαρό ζήτημα το δημογραφικό. Αποτελεί εθνικό ζήτημα επιβίωσης για την χώρα και την οικονομία και την ανάγκη υιοθέτησης μακροπρόθεσμων πολιτικών για την αντιμετώπισή του. Χρειάζονται ολοκληρωμένες κοινωνικές πολιτικές στήριξης της οικογένειας και όχι μόνο επιδοματικές πολιτικές αλλά κυρίως μια οικονομική κατάσταση που να εμπνέει ασφάλεια στους νέους. Σε αυτό το σημείο επεσήμανε και το σημαντικό έργο και τις προτάσεις που κατέθεσε η αρμόδια διακομματική επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων για το δημογραφικό η οποία και προχώρησε στην σύνταξη σχετικής έκθεσης με προτάσεις που σύμφωνα με τον κ. Λαμπριανίδη κινούνται στην σωστή κατεύθυνση. Ακόμη τόνισε πως θα πρέπει να ανασχεθεί το brain drain με συντονισμένες πολιτικές, με πιο σημαντική από αυτές τη διατήρηση του δεσμού αυτών που έφυγαν με τη χώρα, καθώς επίσης και να υπάρχει σύνδεση της ελληνικής διασποράς  με τη  χώρα. Επίσης, η χώρα θα πρέπει να δημιουργήσει τις συνθήκες για την προσέλκυση εξειδικευμένου προσωπικού από το εξωτερικό για να ζήσει και να εργαστεί στην χώρα μας. Αυτό θα συμβάλει αποφασιστικά στην προσέλκυση επενδύσεων και στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Στο τέλος της συζήτησης ο κ. Λαμπριανίδης τόνισε πως το επιτελικό κράτος που εξαγγέλθηκε δίνει ελπίδες ότι θα υπάρξει αποτελεσματικός  συντονισμός  σε επίπεδο πρωθυπουργικού Γραφείου. Εξέφρασε, ωστόσο, την άποψη πως παράλληλα χρειάζεται μια δομή αναπτυξιακού προγραμματισμού. Αυτή θα πρέπει να  αποτελείται από τεχνοκράτες  που θα ελέγχονται  από το πρωθυπουργό. Η δομή αυτή θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις, όπως τα ζητήματα περιβάλλοντος, των ανισοτήτων αλλά και το ότι  γεγονός ότι το διεθνές περιβάλλον  μπορεί να καταστεί μη  ευνοϊκό καθώς υφίσταται μια δυναμική «αποδέσμευσης»  (decoupling) ανάμεσα   σε Δύση και Ανατολή  και κυρίως ανάμεσα σε ΗΠΑ  και Κίνα.

 

Στην αρχή της συζήτησης ο κύριος Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος εξήγησε πως υπάρχει πρόβλημα στην υλοποίηση των δημόσιων πολιτικών. Ανέφερε πως υπάρχουν σοβαρά γραφειοκρατικά προβλήματα και παθογένειες. Ο κ. Σωτηρόπουλος τόνισε  ότι το μεγάλο πρόβλημα στην ελληνική οικονομία είναι το μείγμα της δυσλειτουργικής δημόσιας διοίκησης, της  μη εφαρμογής  διαρθρωτικών αλλαγών/πολιτικών και  της  ανύπαρκτης κοινωνικής αποδοχής αυτών. Στο ερώτημα γιατί οι αναπτυξιακοί νόμοι στην Ελλάδα δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ο κ. Σωτηρόπουλος επισημαίνει τις σημαντικές γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και την δημιουργία «φέουδων» στην δημόσια διοίκηση που σε συνδυασμό με την στάση που κρατούν ορισμένοι ιδιώτες επενδυτές, καθιστούν ουσιαστικά τον νόμο ανεφάρμοστο. Η προσοχή θα πρέπει να εστιαστεί στο μείζον ζήτημα της μη εφαρμογής κανόνων και πολιτικών. Υπογράμμισε δε  την ανάγκη δημιουργίας ορθολογιστικών μοντέλων και εργαλείων στην σχεδίαση των δημοσίων πολιτικών, σε συνδυασμό με την ύπαρξη και λειτουργία ενός ενιαίου κέντρου διακυβέρνησης, όπως η Προεδρία της Κυβέρνησης,  για την σωστή παρακολούθηση της υλοποίησης των ασκούμενων πολιτικών.  Υποστήριξε, ωστόσο, πως υπάρχει περιορισμός του πελατειακού κράτους. Παρόλα αυτά  είναι απαισιόδοξος σχετικά με την αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου καθώς διαπιστώνει ότι δεν έχει γίνει μια σε βάθος συζήτηση της χώρας  όσον αφορά τα ζητήματα επιλογής του μοντέλου ανάπτυξης της οικονομίας μέσου της τόνωσης της εσωτερικής ζήτησης ή των εξαγωγών, αν θα πρέπει να υπάρχουν εθνικές βιομηχανίες ή αν  προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στην  παραγωγή προϊόντων  που να ανήκουν σε διεθνείς αλυσίδες παραγωγής,  όπως έκανε η Πορτογαλία ή τίποτα από αυτά. Κατά την άποψη του Σωτηρόπουλου, είναι κοινώς αποδεκτό  ότι τον ενάμιση τελευταίο χρόνο γίνονται προσπάθειες προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά υφίσταται ακόμα λειτουργικά και δομικά “σφάλματα” εντός του δημοσίου μηχανισμού. Ίσως τελικά, όμως, η Ελλάδα να μην είναι τόσο ειδική περίπτωση, αφού  στην οικονομική ζωή  της χώρα μας συναντώνται  στοιχεία που παρατηρούνται εξίσου  σε πολλά κράτη της Ευρώπης, όπως η εμπλοκή ιδιωτών στη λήψη αποφάσεων  ή οι γραφειοκρατικές παθογένειες.

 

Ως ελληνικές ιδιαιτερότητες θα μπορούσαν, ωστόσο να χαρακτηριστούν το πολυάριθμο  και δυσκίνητο- ως προς  αποφάσεις -υπουργικό συμβούλιο,  η πολυνομία που οδηγεί κατά μέσο όρο στη θέσπιση ενός νόμου κάθε εβδομάδα, ο μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων  και εν τέλει η διαφθορά σε όλα τα κλιμάκια του ιδιωτικού και δημόσιου βίου. Αυτοί είναι οι βασικοί λόγοι που η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην ανταγωνιστικότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επιπρόσθετα, τροχοπέδη για την ανάπτυξη είναι το γεγονός  ότι δεν υφίσταται ένας σαφής οικονομικός προγραμματισμός και προσανατολισμός από την πολιτεία, προκειμένου να τεθούν οι   βάσεις των απαραίτητων  διαρθρωτικών αλλαγών οικονομικής πολιτικής, Είναι δε απαραίτητο, ο μακροπρόθεσμος οικονομικός σχεδιασμός, ώστε  το  επιτελικό κράτος με στοχευμένη οργάνωση να οδηγήσει την  οικονομική δραστηριότητα της χώρας σε ανάπτυξη. Αυτό  θα σημαίνει την έμμεση και άμεση  ενίσχυση  της βιομηχανίας, την ανάπτυξη υπηρεσιών και την δυνατότητα προσαρμογής των διοικητικών/περιφερειακών μονάδων που θα αυτορυθμίζονται στις ανάγκες και τις απαιτήσεις  υπό την επίβλεψη ανεξάρτητων αρχών. Τέλος, από τον κύριο Σωτηρόπουλο τονίστηκε  πως ενώ για την παραγωγή πολιτικών πρέπει να υπάρχει πιο συγκεντρωτικό κράτος, στην εφαρμογή των πολιτικών θα πρέπει το κράτος να είναι αποκεντρωμένο. Οι αποκεντρωμένες και περιφερειακές διοικήσεις πρέπει να είναι πιο αυτόνομες. Ωστόσο, θα πρέπει να υπάρχουν εξωτερικοί μηχανισμοί ελέγχου είτε πρόκειται σε επίπεδο ανεξάρτητης αρχής είτε σε επίπεδο υπουργείου

Link: https://youtu.be/ptGYcgqsgc0

← ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΠΡΟΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ Κύρια Σημεία: Η στρατηγική της Ελλάδας προς την Τουρκία: η εσωτερική παράμετρος της συναίνεσης →

Comments are closed